• Τα συμπτώματα της κατάθλιψης

    Posted on 16 Νοεμβρίου, 2012 by Τένια Μακρή in Αρθρα.

    Σε αντίθεση με άλλες ασθένειες, όπως ο διαβήτης, ο καρκίνος ή η πνευμονία, η κατάθλιψη δεν διαθέτει διαγνωστικά ‘εργαλεία’. Δεν εντοπίζεται δηλαδή με τη βοήθεια αιματολογικών, απεικονιστικών ή άλλων εξετάσεων…  Έτσι, προκειμένου οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας να καθορίσουν ένα «σύνδρομο», βασίζονται υποχρεωτικά στα συμπτώματα που παρατηρούνται μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με τα κριτήρια της διάγνωσης, μείζον επεισόδιο κατάθλιψης, χαρακτηρίζεται όταν συνυπάρχουν ΠΕΝΤΕ τουλάχιστον χαρακτηριστικά συμπτώματα, που συμβαίνουν στη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου.

    Κατά τα άλλα, καθένας από μας μπορεί να έχει ένα, δυο, ακόμη και τρία από τα συμπτώματα της κατάθλιψης, χωρίς να είναι κλινικά πάσχων. Απλώς υποφέρει, όπως όλοι, από το στρες και τις εντάσεις της καθημερινότητας, που προκαλούν αναπόφευκτες συναισθηματικές αναταράξεις. Για να υπάρξει ωστόσο μείζον επεισόδιο κατάθλιψης, πρέπει να συμπέσουν πολλά συμπτώματα μαζί, να είναι συνεχή, επίμονα, να διαρκούν για μια ορισμένη χρονική περίοδο και να προκαλούν συγκεκριμένη βλάβη. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο μεν, αλλά πολύ σημαντικό να ξέρει κανείς αν η κατάστασή του χαρακτηρίζεται ως κλινική κατάθλιψη.

    Τα παρακάτω συμπτώματα δίνουν πιο ξεκάθαρα την εικόνα:

    Μελαγχολική διάθεση: Το κύριο χαρακτηριστικό της κατάθλιψης είναι η πολύ κακή διάθεση και οι διακυμάνσεις της. Νιώθουμε θλιμμένοι, μελαγχολικοί, κλαίμε με το παραμικρό και μας φαίνονται όλα μαύρα. Έχουμε ξεχάσει πώς είναι να χαιρόμαστε και αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι δεν θα ξανανιώσουμε ποτέ καλά. Είμαστε σίγουροι ότι η ικανότητά μας να βιώσουμε και να εκτιμήσουμε τη χαρά της ζωής, μας έχει εγκαταλείψει οριστικά.  

    Μειωμένο ενδιαφέρον ή ευχαρίστηση για διάφορα πράγματα: Η ζωή μάς φαίνεται γκρίζα, μονότονη, βαρετή, χωρίς χρώμα, γούστο ή ουσία. Έχουμε ελάχιστη ή καθόλου επιθυμία για να δουλέψουμε, να διαβάσουμε, να δούμε τηλεόραση ή να περάσουμε χρόνο με τους φίλους και την οικογένειά μας. Τα πάντα μας ενοχλούν και τίποτα δεν φαίνεται να πηγαίνει καλά.

    Σε ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να φτάσει κανείς στο σημείο να μην είναι ικανός να νιώσει το παραμικρό – στην απόλυτη απουσία ενδιαφέροντος ή συναισθημάτων – και τότε δείχνει κυριολεκτικά χαμένος. Αν συμβεί αυτό, τότε, το να μπορέσει να κλάψει θα είναι μεγάλη ανακούφιση, δεδομένου ότι ακόμη και η βαθιά θλίψη είναι καλύτερη από το να μη νιώθει κανείς τίποτα.

    Μεταβολή του βάρους ή της όρεξης: Μερικοί ασθενείς με κατάθλιψη χάνουν την όρεξη τους για φαγητό και πρέπει να πιέσουν τον εαυτό τους να φάνε ή να πιεστούν από τους άλλους. Άλλοι βρίσκουν καταφύγιο στο φαγητό και δεν μπορούν να σταματήσουν να τρώνε, κυρίως γλυκά και τροφές με πολλές θερμίδες.

    Διαταραχές ύπνου:  Οι αλλαγές στον ύπνο μπορεί να είναι δύο ειδών: κάποιοι δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν έναν ‘αξιοπρεπή’ ύπνο, ενώ άλλοι κοιμούνται ατελείωτες ώρες και, πάλι, νιώθουν κουρασμένοι όλη μέρα. Η αϋπνία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές – δυσκολία να μας πάρει ο ύπνος, ξύπνημα πολλές φορές στη διάρκεια της νύχτας ή πριν ξημερώσει, οπότε και στριφογυρίζουμε στο κρεβάτι περιμένοντας να βγει ο ήλιος. Οι διαταραχές του ύπνου και του φαγητού συνήθως συμβαδίζουν: οι άνθρωποι που έχουν πρόβλημα να κοιμηθούν, είναι εκείνοι που δεν έχουν όρεξη για φαγητό και νιώθουν εκνευρισμό, ενώ εκείνοι που κοιμούνται πολύ, τρώνε χωρίς να μπορούν να σταματήσουν.

    Εκνευρισμός και λήθαργος: Στις περιπτώσεις κατάθλιψης, συμβαίνει, η πνευματική και η σωματική δραστηριότητα να αγγίζουν τα άκρα – από τον έντονο εκνευρισμό έως το ‘λήθαργο’. Στη χειρότερη περίπτωση, αυτά τα δύο άκρα μπορεί να συνυπάρχουν. Ο εκνευρισμός περιλαμβάνει το να είμαστε ανήσυχοι, αεικίνητοι, να τρίβουμε συνεχώς τα χέρια μας μεταξύ τους, να βρισκόμαστε σε διαρκή κίνηση και να νιώθουμε σαν να βγαίνουμε ‘έξω από το δέρμα μας’. Στην αντίθετη περίπτωση, είμαστε σαν αργοκίνητη χελώνα. Τα πάντα γίνονται σε αργή κίνηση και οι άλλοι χάνουν την υπομονή τους επειδή αργούμε σε όλα και περιφερόμαστε άσκοπα. Ακόμη και οι απλές δουλειές γίνονται οι άθλοι του Ηρακλή – μπορεί να μας πάρει ώρες να ντυθούμε, να φτιάξουμε πρωινό ή να διαβάσουμε ένα άρθρο στην εφημερίδα. Τελικά τα παρατάμε και εγκαταλείπουμε την προσπάθεια.

    Κούραση: Νιώθουμε συνεχώς κουρασμένοι, σαν να έχουν αδειάσει οι μπαταρίες μας. Δυσκολευόμαστε να σηκωθούμε από το κρεβάτι το πρωί, κάθε τι που επιχειρούμε απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, δεν έχουμε ενέργεια, ενώ στο τέλος της ημέρας νιώθουμε ότι δεν έχουμε κάνει τίποτα. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις υποχρεώσεις μας –επαγγελματικές, οικογενειακές ή κοινωνικές- παραμελούμε τα πάντα, ακόμη και την προσωπική μας υγιεινή, αλλά δεν έχουμε καμία διάθεση να βάλουμε τα πράγματα σε σειρά.

    Συναισθήματα απαξίωσης: Η αυτοεκτίμησή μας έχει πιάσει πάτο. Νιώθουμε ότι είμαστε ένα «τίποτα» κι ότι γινόμαστε βάρος στους άλλους. Μας κατακλύζουν ενοχές για όλα – ακόμη και για το ότι πάθαμε κατάθλιψη. Πιστεύουμε ότι είναι δικό μας λάθος που αρρωστήσαμε κι ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να το ξεπεράσουμε. Ξοδεύουμε πολύ χρόνο, αθροίζοντας τα λάθη του παρελθόντος, με τη βεβαιότητα ότι έχουμε καταστρέψει τη ζωή μας και τη ζωή αυτών που μας αγαπούν. Στις πιο ακραίες περιπτώσεις, τείνουμε να πιστέψουμε ότι είμαστε οι χειρότεροι άνθρωποι στη γη και ότι ο κόσμος υποφέρει εξαιτίας μας.

    Δυσκολία στη συγκέντρωση ή στην λήψη αποφάσεων: Τελούμε σε σύγχυση, δεν μπορούμε να σκεφτούμε σωστά ή να ολοκληρώσουμε τη δουλειά μας. Δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε, καθώς το μυαλό μας είναι κατειλημμένο από στενάχωρες, μαύρες σκέψεις. Σε ακραίες περιπτώσεις δεν μπορούμε καν να ακούσουμε μια είδηση, πόσω μάλλον να παρακολουθήσουμε μια ταινία. Το να πάρουμε αποφάσεις ακόμη και για τα πιο απλά, καθημερινά θέματα, όπως το τι θα φάμε, μοιάζει αδύνατο και ταυτόχρονα ασήμαντο. Κάνουμε το ‘μετέωρο βήμα’, ανίκανοι να προχωρήσουμε παρακάτω. Η αναποφασιστικότητα μας, μας παραλύει, ενώ το γεγονός ότι προτιμάμε να μένουμε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι παρά να έρθουμε αντιμέτωποι με τις υποχρεώσεις μας, μας γεμίζει αγωνία.

    Πεποίθηση ότι η ζωή δεν αξίζει: Νιώθουμε ανήμποροι να αντιμετωπίσουμε το μέλλον κι ευχόμαστε να μπορούσαμε να το αποφύγουμε. Συχνά σκεφτόμαστε τι καλά που θα ήταν να μην ξυπνήσουμε το πρωί ή να πέσουμε θύματα ενός εγκληματία ή ενός θανατηφόρου ατυχήματος. Ευτυχώς, τα πράγματα σταματούν συνήθως στο απλό ‘ευχολόγιο’, αλλά μερικές φορές μετατρέπονται σε σκέψεις για το πώς μπορούμε να αφαιρέσουμε τη ζωή μας. Σ΄ αυτό το σημείο, ορισμένοι άνθρωποι αρχίζουν ακόμη και τις προετοιμασίες – αποθηκεύουν χάπια, αγοράζουν όπλο, ετοιμάζουν τη διαθήκη τους ή γράφουν ένα σημείωμα ‘αυτοχειρίας’. Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να ακολουθήσει και κάποια απόπειρα αυτοκτονίας. Μερικοί άνθρωποι, τρομάζουν τόσο πολύ από αυτές τις σκέψεις, ώστε καταφεύγουν αμέσως στους ειδικούς για βοήθεια. Άλλοι επαναπαύονται στην ιδέα ότι η αυτοκτονία, τους παρέχει το τελευταίο καταφύγιο, έναν ‘άσσο στο μανίκι’, την έσχατη λύση σ’ αυτό που μοιάζει χωρίς ελπίδα και διέξοδο. Οι σκέψεις αυτοκτονίας είναι αποτέλεσμα ισχυρών γνωστικών διαστρεβλώσεων που προκαλούνται από την κατάθλιψη. Συμβαίνουν όταν ο άνθρωπος θεωρήσει ότι το μέλλον του θα είναι τόσο ζοφερό όσο το παρόν και όταν χάσει την πίστη του στην πιθανότητα να ξεπεράσει, με τον καιρό, τον εφιάλτη της κατάθλιψης .

    Και μια συμβουλή: αν έχετε κάποιον στο περιβάλλον σας που συζητά για την ενδεχόμενη αυτοκτονία του, συνειδητοποιήστε ότι είναι πολύ συνηθισμένο, οι άνθρωποι με κατάθλιψη, να μοιράζονται τέτοιες σκέψεις με τους γύρω τους. Μη διστάσετε να του κάνετε ερωτήσεις από φόβο μήπως νιώσει χειρότερα… Αντίθετα, η κουβέντα δίνει στον άλλον την ευκαιρία να μοιραστεί τα συναισθήματα που τον βασανίζουν, αντί να τα αντιμετωπίσει ολομόναχος.

    Τένια Μακρή

Comments are closed.